1906 -


Έναν και πλέον αιώνα πίσω, στο μακρινό 1906, οι Ανατολικορωμυλιώτες (Βορειοθρακιώτες) τρέπονται στην πρώτη ομαδική φυγή λόγω της βάναυσης τακτικής εθνοκάθαρσης που εφάρμοζαν βάσει σχεδίου οι Βούλγαροι. Οι μετακινήσεις αυτές οργανώθηκαν διακρατικά και ολοκληρώθηκαν μέχρι το 1924 με την εφαρμογή της -γνωστής σε πολλούς- συνθήκης του Νεϊγύ που προέβλεπε την εθελουσία μετανάστευση - των Ελληνικής καταγωγής κατοίκων της Ανατολικής Ρωμυλίας - στην Ελλάδα.

Οι πρωταγωνιστές αυτών των μετακινήσεων, οι πρόγονοί μας, δεν γνώριζαν σε βάθος τους λόγους που δημιούργησαν ένα τέτοιο χάος στη ζωή τους. Υπομονετικά υπέστησαν τα δεινά του διωγμού από τον τόπο τους. Έχασαν πολλά προσφιλή μέλη των οικογενειών τους, θύματα της βίας των Βουλγάρων. Έχασαν τις περιουσίες τους σε αναγκαστικές εκποιήσεις, αλλά δεν έχασαν την μνήμη τους για την αλησμόνητη πατρίδα και την εύφορη γη τους.

Το κομμάτι που αφορούσε την παράδοση τα ήθη και έθιμα, τους χορούς και τα τραγούδια αποτέλεσε τη βάση για να ριζώσουν στην καινούργια πατρίδα και να βλαστήσουν οι νέες γενιές απογόνων. Η γνωριμία με τον νέο κόσμο απαιτούσε ταύτιση. Και η ταύτιση απαιτούσε συγχώνευση, δηλαδή απάρνηση των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων που έφερναν μαζί τους «αυτοί οι Βουλγαροπρόσφυγες» όπως τους αποκαλούσαν. Δεν τους έκαναν το χατίρι. Κρατήθηκαν χέρι-χέρι και υπό τους ήχους της γκάΪντας και της φλογέρας, χόρεψαν αυτό που ήθελαν να δηλώσουν. 


Από τις βορειοανατολικές πλαγιές του ορεινού όγκου «Σακάρ Πλάνινα», όπου βρισκόταν το Καβακλί, το οποίο υπάγονταν στη Μητρόπολη Φιλιππουπόλεως, 270.000 ψυχές διασκορπίστηκαν σε περίπου 80 χωριά, τα περισσότερα κοντά σε ελώδεις εκτάσεις στην Θεσσαλία. 170 περίπου οικογένειες ίδρυσαν τον νεότερο οικισμό της Κοιλάδας Λάρισας. 


Πέρασαν πολλά χρόνια, και οι δοκιμασίες στη νέα πατρίδα των προγόνων μας δεν σταμάτησαν. Οι διασάλευση του κοινωνικού ιστού τόσο από τις δυνάμεις κατοχής όσο και από τις εσωτερικές πολιτικές διαταραχές που οδήγησαν στον εμφύλιο, εμπόδισαν την ελεύθερη πολιτιστική έκφρασή τους.  Ακολούθησαν κι άλλες συγκρούσεις, καταστροφές στον οικιστικό πλούτο και αγροτικές παραγωγικές δραστηριότητες με αποκορύφωμα την αναδιανομή αγροτικών κτημάτων το 1948. Πολλά αγροκτήματα χάθηκαν και για ακόμη μία φορά οι «Βουλγαροπρόσφυγες» αναγκάστηκαν να κάνουν μία καινούρια αρχή. Η παράδοση όμως βρήκε τον τρόπο να δραπετεύσει, μεταμφιεσμένη χτύπησε την πόρτα της μνήμης μερικών που ένθερμα την υποστήριξαν και τα πράγματα πήραν για ακόμη μία φορά το δρόμο τους.